Καλωσήρθες στον χώρο όπου η πίστη συναντά τη σύγχρονη ματιά!
Εδώ, τα Θρησκευτικά δεν είναι βαρετό μάθημα, αλλά ένα ταξίδι γνώσης, προβληματισμού και έμπνευσης. Ανακάλυψε δραστηριότητες, παιχνίδια, παρουσιάσεις, φύλλα εργασίας, σύγχρονες προσεγγίσεις και αληθινά ερωτήματα για τη ζωή, τον Θεό και τον άνθρωπο.
Για μαθητές που σκέφτονται.
Για εκπαιδευτικούς που δημιουργούν.
❤️ Για ανθρώπους που αναζητούν νόημα.
«Για τον ισχυρισμό ότι η ιεραποστολή βιάζει τις συνειδήσεις, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο βιασμός αυτός δεν μπορεί να ισχύει όταν υπάρχει ελευθερία. Και στο χριστιανικό κήρυγμα υπάρχει ελευθερία, γιατί ρητά και πάγια απαιτείται η οικειοθελής πρόσληψή του από μέρους των ακροατών, άσχετα αν σε ορισμένες περιπτώσεις ένας κακώς εννοούμενος ζήλος οδήγησε τους κήρυκες να μη συμμορφώνονται με την πάγια ιεραποστολική τακτική της διάδοσης της χριστιανικής πίστης με πνεύμα ελευθερίας.
Οι δόκιμοι ιεραπόστολοι κάθε εποχής συμμορφώθηκαν απόλυτα και στο σημείο αυτό με το πνεύμα της πίστης που κήρυτταν. Χαρακτηριστικά είναι τα λεγόμενα για την τακτική ενός από τους τελευταίους μεγάλους ιεραποστόλους, του Ρώσου φωτιστή της Ιαπωνίας, αγ. Νικολάου Κασάτκιν: « Ο τρόπος που ευαγγελιζόταν ήταν το κήρυγμα στην οικογένεια. Απέφευγε τις θορυβώδεις εκδηλώσεις και τις διαλέξεις. Το κήρυγμα ήταν θετικό (όχι απολογητικό): ‘Είμαι Χριστιανός, πίστεψε αν θέλεις’, δίχως πολεμική, χωρίς καμιά κριτική των άλλων ομολογιών, χωρίς ακόμη επίθεση εναντίον του Βουδισμού και του Σιντοϊσμού. Ο Χριστιανισμός από μόνος του, πλήρης από αλήθεια, δεν κερδίζει τις ψυχές παρά μόνο με την ειρήνη».
Ηλία Βουλγαράκη, Ιεραποστολή: Δρόμοι και δομές, σσ.20-21.
Η συνάντηση με τον διαφορετικό «άλλο»
Η ιστορία του βίντεο κινουμένων σχεδίων διαδραματίζεται σε ένα απομακρυσμένο ελληνικό νησί, στο οποίο ζει ο Γιώργος με την οικογένειά του. Στο νησί υπάρχει ένας μεγάλος προσφυγικός καταυλισμός, η ύπαρξη του οποίου δημιουργεί ποικίλες αντιδράσεις στους κατοίκους. Ο Γιώργος, ωστόσο, έχει δημιουργήσει φιλικές σχέσεις με παιδιά του καταυλισμού. Κάποια μέρα, ο παππούς του Γιώργου αρρωσταίνει σοβαρά και χρειάζεται επειγόντως αίμα. Ποιο ρόλο θα παίξουν στην ιστορία μας οι αλλόθρησκοι πρόσφυγες που ο παππούς και ο πατέρας του Γιώργου τούς αισθάνονται σαν εθνική, θρησκευτική και κοινωνική απειλή;
Για πλήρη οθόνη, κάνε κλικ στο εικονίδιο πλήρους οθόνης στο βίντεο.
Δίχως τον άλλον, δεν φτάνεις στο παράδεισο…..
π. Χαράλαμπου Λίβυου Παπαδόπουλου
Η αλήθεια είναι ότι θα ήταν ιδιαιτέρως βολικό για όλους μας, εάν ο Θεός έβαζε ως κριτήριο της σωτηρίας μας, την νηστεία, την προσευχή, τον πνευματικό κανόνα, τις ακολουθίες που μετείχαμε ή τις ομιλίες που ακούσαμε, τα θρησκευτικά βιβλία που διαβάσαμε ή τα μοναστήρια και τους Γεροντάδες που επισκεφτήκαμε. Άλλωστε όλα τα παραπάνω μπορούν παραμορφωμένα από το αρχικό τους νόημα, να αποτελέσουν πράξεις αλαζονείας και έπαρσης που ισχυροποιούν το "εγώ" με πνευματικά επιτεύγματα και κατορθώματα. Δηλαδή γυαλίζουν την βιτρίνα της αυταρέσκειας και αυτοικανοποίησης.
Ο Χριστός όμως στο Ευαγγέλιο της Κρίσεως κάθε άλλο πάρα αυτά ζητάει. Εκείνο που γίνεται κριτήριο της εισόδου μας στην Βασιλεία του Θεού, είναι η αγάπη. Και όχι μια αφηρημένη αγάπη, αλλά η αγάπη στον αδύναμο, ευάλωτο και ξένο της ιστορίας. Σε όλους εκείνους που οι περιστάσεις της ζωής τους έφεραν στην θέση του ανυπεράσπιστου. Ασθενείς, φυλακισμένοι, ξενιτεμένοι και φτωχοί, καταπιεσμένοι, περιθωριακοί και αδικημένοι, πρόσωπα θρυμματισμένα και τραγικά, διψασμένα για αγάπη, δικαιοσύνη και ελευθερία. Όλοι οι κολασμένοι της γης και της ιστορίας, σαρκωμένοι πάνω στο πρόσωπο του Χριστού ζητούν την αγάπη, αποδοχή και αλληλεγγύη μας.
Ο Χριστός ταυτίζεται με όλους τους σταυρωμένους της ιστορίας (Κατά Ματθαίον ΚΕ' 31-46) και ζητάει από εμάς να γίνουμε η «ανάσταση» τους.
Ο Χριστιανός δε μπορεί να αδιαφορεί στο άδικο, ούτε να γυρίζει το βλέμμα του απέναντι στην οποιοιδήποτε μορφής βίας. Καλείται από το Θεό να φανερώσει την Βασιλεία των εσχάτων μέσα στην ιστορία. Ακόμη κι εάν η γη αυτή ανθρωπίνως δε μπορεί να γίνει παράδεισος, έχουμε υποχρέωση ως χριστιανοί να μην την αφήσουμε να γίνει κόλαση.
Η εσχατολογική δόξα του Θεού, η Βασιλεία της αγάπης, ενότητας και δικαιοσύνης, πρέπει να σαρκώνεται στην καθημερινότητα των σχέσεων μας, ως αποδοχή, ανεκτικότητα, κατανόηση και συμπερίληψη. Ως αλληλεγγύη και αγωνιστικότητα απέναντι στο κακό και το άδικο αυτού του κόσμου.
Δεν μπορώ να μιλάω για τον Θεό εάν δεν μετέχω στην ζωή του άλλου. Εάν δε μοιράζομαι και μερίζομαι τα βάσανα και τους καημούς του, κατά το πρότυπο της κένωσης του Χριστού, που αφήνει τον ουρανό για να λυτρώσει την τραγωδία της γης.
Ο Χριστός κατά τις προτροπές των μαθητών του θα μπορούσε να μην εισέλθει στα Ιεροσόλυμα και να διαφύγει της συλλήψεως και του Σταυρού. Δεν το κάνει όμως. Διότι είναι Εκείνος που μας αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει αληθινή αγάπη δίχως θυσία. Ότι δεν υπάρχει καμία ανάσταση δίχως σταυρό. Κανείς δεν μπορεί να αγαπήσει πραγματικά πάρα μονάχα ως σταυρωμένος. Όλοι οι αναστημένοι υπήρξαν σταυρωμένοι για μια αγάπη.
Η αγάπη όμως προς τον αδελφό, τον ξένο και διαφορετικό, δεν είναι μια απλή υπόθεση. Χρειάζεται άσκηση και προσευχή. Επιλέγω να αγαπήσω και ασκούμε καθημερινά στην διακονία του αδελφού, παλεύω με τα πάθη και τις αδυναμίες μου προσπαθώντας να μεταμορφώσω το σκοτάδι σε φως. Διότι τίποτε το ανθρώπινο δε μπορεί να ελευθερωθεί από την φιλαυτία και τον εγωισμό, εάν δεν το αγγίξει ο Θεός.
«Θα σου δείξω την κόλαση», είπε ο Κύριος σ΄έναν ραβίνο και τον οδήγησε σε ένα δωμάτιο που είχε στη μέση ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι. Οι άνθρωποι που κάθονταν γύρω απ’ το τραπέζι ήταν πεινασμένοι και απελπισμένοι. Στη μέση του τραπεζιού βρισκόταν ένα τεράστιο καζάνι με νόστιμο φαγητό που μύριζε καταπληκτικά, ώστε το στόμα του ραβίνου γέμισε σάλιο.
Όσοι κάθονταν στο τραπέζι κρατούσαν από ένα κουτάλι με πολύ μακρύ χέρι. Παρόλο που τα κουτάλια έφταναν ίσα – ίσα το καζάνι, τα χερούλια τους ήταν πιο μακριά απ’ τα μπράτσα των ανθρώπων που τα κρατούσαν: έτσι κανένας τους δεν μπορούσε να φάει, γιατί του ήταν αδύνατον να φέρει το φαγητό ως τα χείλη του. Ο ραβίνος είδε ότι η δυστυχία τους ήταν πραγματικά τρομερή.
«Τώρα θα σου δείξω τον Παράδεισο», είπε ο Κύριος, και μπήκαν σ’ ένα άλλο δωμάτιο, ακριβώς το ίδιο όπως το πρώτο. Κι εκεί υπήρχε το ίδιο μεγάλο στρογγυλό τραπέζι, το ίδιο καζάνι με φαγητό. Οι άνθρωποι εδώ, όπως και οι προηγούμενοι, κρατούσαν τα ίδια κουτάλια με μακριά χερούλια-εδώ όμως όλοι ήταν καλοφαγωμένοι και παχουλοί, γελούσαν και συζητούσαν.
Ο ραβίνος δεν καταλάβαινε.
«Είναι απλό, αλλά απαιτεί μια συγκεκριμένη ικανότητα», είπε ο Κύριος.
«Σ’ αυτό το δωμάτιο, βλέπεις, έμαθαν να ταΐζουν ο ένας τον άλλον».
Λκ 16, 1931: Η παραβολή του πλούσιου και του φτωχού Λάζαρου
Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν
λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του
σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές, και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλειφαν τις πληγές. Κάποτε
πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήγαν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και τον
έθαψαν. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του
και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του το Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: «πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και
στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού του και
να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά». Ο Αβραάμ όμως του απάντησε: «Παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ
απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα λοιπόν αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ’
όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από ’δω σ’ εσάς να μην μπορούν∙ ούτε οι από ’κει
μπορούν να περάσουν σ’ εμάς». Είπε πάλι ο πλούσιος: «τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι εκείνοι σ’
αυτόν εδώ τον τόπο των βασάνων». Ο Αβραάμ του λέει: «έχουν τα
λόγια του Μωυσή και των προφητών∙ ας υπακούσουν σ’ αυτά». «Όχι, πατέρα μου Αβραάμ», του
λέει εκείνος, «δεν αρκεί∙ αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν».
Του λέει τότε ο Αβραάμ: «αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, ακόμη κι αν
αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς, δεν πρόκειται να πεισθούν».
Πώς θα αγαπήσουμε τους εχθρούς μας; Οι λόγοι του Χριστού περί αγάπης για τους εχθρούς
μας περιφέρονται ακόμα στον κόσμο από στόμα σε στόμα, αλλά ακόμα δεν καταφέρνουν να βρουν το
δρόμο από το στόμα στην καρδιά.
Δεν αγαπάμε τους εχθρούς μας. Άραγε δεν είναι οφθαλμοφανές, χωρίς αποδείξεις; Αγαπάμε μόνον εκείνους που μας αγαπούν και δανείζουμε μόνον σε εκείνους που μπορούν να μας τα επιστρέψουν, και κάνουμε καλό μόνο σε εκείνους που μπορούν διπλά να μας ξεχρεώσουν.
Αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Αγαπάμε τους κοντινούς μας, τους πιο κοντινούς
μας, με την κυριολεκτική σημασία. Οι απόμακροί μας βρίσκονται μακριά από την αγάπη μας. Η καρδιά μας προσκολλάται σε εκείνο που προσκολλώνται και τα μάτια μας. Τα μάτια μας είναι οδηγός και
της καρδιάς μας.
Σκεπτόμαστε: Ας αγαπάμε τον εαυτό μας και τους φίλους μας. Και σ’ αυτό εξαπατώμεθα, αφού τον
εγωισμό τον αποκαλούμε αγάπη προς τον εαυτό μας και τους ασπασμούς αγάπη απέναντι στους φίλους μας. Στην πραγματικότητα δεν αγαπάμε ούτε τον εαυτό μας ούτε τους φίλους μας και κατά τον
ίδιο τρόπο ούτε τους εχθρούς μας. Γιατί σε αυτό που εμείς ονομάζουμε αγάπη δεν υπάρχουν τα πιο καλά στοιχεία της. Και τα πιο καλά στοιχεία της αγάπης είναι: η επίγνωση, ο σεβασμός και η θυσία. […]
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (2008). Αργά βαδίζει ο Χριστός. Αθήνα: Εν πλω, σ. 7677.
Ας υποθέσουμε ότι είναι ένας κύκλος πάνω στη γη, σαν ένα στρογγυλό χάραγμα που έχει γίνει με
διαβήτη, και έχοντας ένα κέντρο. Ας υποθέσουμε ότι αυτός ο κύκλος είναι όλος ο κόσμος. Το κέντρο
του κύκλου είναι ο Θεός, οι δε ευθείες γραμμές που ξεκινούν από την περιφέρεια του κύκλου προς το
κέντρο είναι οι τρόποι ζωής των ανθρώπων. Οι άνθρωποι όσο πλησιάζουν το κέντρο, θέλοντας να πλησιάσουν τον Θεό, ανάλογα με το πόσο προχωρούν, πλησιάζουν και τον Θεό και μεταξύ τους. Όσο πλησιάζουν τον Θεό, πλησιάζονται μεταξύ τους και όσο πλησιάζονται, πλησιάζουν τον Θεό.
Κατά τον ίδιο τρόπο να καταλάβετε και τον χωρισμό. Γιατί όταν απομακρύνονται από τον Θεό και
γυρίζουν πίσω, προς τα έξω, είναι ολοφάνερο ότι, όσο βγαίνουν προς τα έξω και απομακρύνονται από
τον Θεό, τόσο απομακρύνονται και μεταξύ τους, και όσο απομακρύνονται μεταξύ τους, τόσο απομακρύνονται και από τον Θεό. Αυτή, λοιπόν, είναι η φύση της αγάπης. Όσο πλησιάζουμε τον Θεό με την
αγάπη μας σε Αυτόν, σε ανάλογο βαθμό ενωνόμαστε με την αγάπη του πλησίον και όσο ενωνόμαστε
με τον πλησίον, τόσο ενωνόμαστε με τον Θεό.